Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ

Ελεημοσύνη
Υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε ένας Γέροντας, που ενώ είναι πρόθυμοι να δίνουν ελεημοσύνη στους πτωχούς, ο πονηρός τους κάνει να ακριβολογούν στα ελάχιστα, για να τους αφαιρεί το μισθό της αγαθοεργίας.
Έτυχε να επισκεφθώ κάποτε ένα φίλο μου ιερέα, την ημέρα που μοίραζε ελεημοσύνη στους πτωχούς της ενορίας του. Ήρθε κατά σύμπτωση μία πτωχή χήρα και παρακάλεσε να της δώσει λίγο σιτάρι.
-Φέρε το σακούλι σου να σου βάλω, της είπε ο ιερέας.
Η γυναίκα το έφερε.
-Πολύ μεγάλο είναι, ευλογημένη, της είπε κάπως απότομα ο φίλος μου.
Εκείνη έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της, ίσως γιατί ήταν κι ένας ξένος μπροστά σ’ αυτήν την προσβολή. Σαν έφυγε ρώτησα το φίλο μου:
-Δε μου λες, Πάτερ, το πούλησες στη γυναίκα το σιτάρι;
-Όχι, το χάρισα. Είναι από τις ελεημοσύνες.
-Αφού λοιπόν ήταν ελεημοσύνη, του είπα, ποια η ανάγκη ν’ ακριβοεξετάζεις το μέτρο και να λυπήσεις τη φτωχή; Μη ξεχνάς άλλωστε τα λόγια του μακαρίου Παύλου, «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός».
Ο Μαρκιανός ήταν ιερέας στην Κωνσταντινούπολη, αγιότατος άνθρωπος. Ανάμεσα στις άλλες αρετές που τον στόλιζαν υπερείχαν η ακτημοσύνη κι η ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός!
Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα από κάθε γήινο αγαθό, ο Μαρκιανός δεν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, που να έχει κάποια αξία, ούτε δεύτερο ένδυμα. Όταν οι γνωστοί του τού χάριζαν κάτι, το έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό, που θα συναντούσε στο δρόμο του.
Την Κυριακή που θα γίνονταν τα εγκαίνια της Εκκλησίας της Αγίας Αναστασίας, που ήταν η ενορία του, έφυγε ξημερώματα από τη φτωχή καμαρούλα του να ετοιμάσει το Άγιο Βήμα. Θα λειτουργούσε ο Πατριάρχης με άλλους Αρχιερείς. Θα πήγαινε κι ο Αυτοκράτωρ με όλους τους άρχοντες του στα εγκαίνια.