Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ Μάιος 1997

Ανεξικακία
Ο Αββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του κι διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρι συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο
ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε: -Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελί, και με την καλωσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στο Γέροντά
του. Στην Εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...»(Ματθ.6, 14). -Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρηθούν αι αμαρτίαι σας, φώναζε από τον άμβωνα με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο άγιος Γέροντας.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

I.Μ. ΙΒΗΡΩΝ Μάιος 1997

Για την Υπομονή
από το Γεροντικό για την υπομονή, για να εμπνευστούμε από το φωτεινό παράδειγμα των Θεόπνευστων Πατέρων που αγωνίστηκαν για την κατάκτηση των αρετών.
«Ο Θεός δεν επιτρέπει, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, μεγάλους πειρασμούς στους σημερινούς ανθρώπους,
γιατί είναι ασθενέστεροι από τους παλαιότερους και δεν κάνουν υπομονή.»
Ένας από τους μεγάλους της ερήμου αγωνιστές έβαλε όρο στον εαυτό του σαράντα μέρες να μη πιει νερό. Δεν αρκούσε μόνο αυτό. Όταν στο διάστημα εκείνο έκανε ζέστη αφόρητη κι η δίψα του
φλόγιζε τα σπλάχνα, έπλενε το ποτήρι του, το γέμιζε ως επάνω κρυστάλλινο νερό απ’ την πηγή και τ’ άφηνε απέναντί του. -Γιατί να το κάνεις αυτό; τον ρώτησε κάποιος γείτονάς του ερημίτης. -Για να εξασκηθώ στην υπομονή, απάντησε ο γενναίος αθλητής



Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

ΚΕΛΙ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ)

Ένας πολύ ταπεινός σε κάποιο Κοινόβιο, ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου, «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», όταν έσφαλλε κανένας από τους Μοναχούς, έπαιρνε αυτός την ευθύνη, κατηγορούσε τον εαυτό του και δεχόταν ευχαρίστως τις τιμωρίες που του επέβαλλαν.
Μερικοί Καλόγεροι όμως που δεν έβλεπαν την αρετή του αδελφού, αλλά κάποια αδεξιότητα που είχε στο εργόχειρο – ήταν λίγο αργός - , τον κατηγορούσαν συχνά και έλεγαν μεταξύ τους: -Κοίταξε κει πόσα σφάλματα κάνει διαρκώς και για τίποτα δεν είναι ικανός. Ο Ηγούμενος όμως, που ήξερε καλά πόσο ενάρετος ήταν ο αδελφός, έλεγε σ’ εκείνους που τον κατηγορούσαν:
-Προτιμώ ένα δικό του ψαθί, πλεγμένο με ταπεινοσύνη, από όσα φτιάχνετε εσείς με υπερηφάνεια.
Μια μέρα, που έπιασε πάλι ο Ηγούμενος τους καλογήρους να κατακρίνουν τον αδελφό για την αδεξιότητά του, πήρε από τα χέρια τους τα καλάθια που έπλεκαν και τα πέταξε στη φωτιά, που ήταν αναμμένη στη μέση της αυλής. Πέταξε μαζί και το καλάθι του ταπεινού αδελφού. Όλων των άλλων έγιναν σε λίγο στάχτη, το δικό του βγήκε ακέραιο από τη φωτιά.
Βλέποντας αυτό το θαύμα οι φιλοκατήγοροι καλόγεροι, έβαλαν μετάνοια στον αδελφό και του ζήτησαν συγγνώμη. Από τότε τον τιμούσαν σαν πνευματικό Πατέρα

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997

Ακούγοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίσει από κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος.
Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν να τους δείξει την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.
-Τι γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας.
Αυτός είναι άνθρωπος μωρός. Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς: - Κάτω στην πόλη λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο. - Τι άνθρωπος ήταν αυτός, ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήσει έτσι για τον Άγιο. -Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα. Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους. - Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής. Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλη ωφελημένος.
http://www.enoriaka.gr/

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997

Πέρασε κάποτε από το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα να είχε φτάσει. Ο Θεός όμως, που ήθελε να του ταπεινώσει το λογισμό, του φανέρωσε μια νύχτα στ’ όνειρό του πως καλύτερός του ήταν ο μπαλωματής, που είχε ένα μικρομάγαζο σ’ ένα παράμετρο δρόμο της Αλεξάνδρειας.
Μόλις ξημέρωσε, ο Όσιος πήρε το ραβδάκι του και ξεκίνησε για την πόλη. Ήθελε να γνωρίσει από κοντά τον περίφημο μπαλωματή και να δει τις αρετές του. Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το μαγαζάκι του, μπήκε μέσα, κάθισε πλάι του στον πάγκο κι άρχισε να τον ρωτά για τη ζωή του.

Ο απλοϊκός άνθρωπος, που δε του πήγαινε ο νους ποιος μπορούσε να ήταν εκείνος ο γερο-καλόγερος που ήλθε τόσο ξαφνικά να τον εξετάσει, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το παπούτσι που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά- αργά με ηρεμία: -Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή μου κι αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου, πώς όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα σωθούν και μόνο εγώ θα καταδικαστώ για τις πολλές μου αμαρτίες. Κι όταν το βράδυ πάω να πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.
Ο Όσιος σηκώθηκε με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και του είπε με συγκίνηση: -Συ, αδελφέ μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα. Εγώ γέρασα στην έρημο, ίδρωσα και κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπεινοσύνη σου.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997


Το παράδειγμα της υπακοής
Ένα από τα πολλά χαρίσματα που κοσμούσαν τον χαρακτήρα του Πατρός Πορφυρίου, ήταν η υπακοή.Κάποια μέρα αντί να μου μιλήσει ευθέως για την αξία της υπακοής που εγώ κάθε άλλο, παρά τα είχα…καλά μαζί της άρχισε να μου λεει τα εξής:

Όταν ακόμη ήμουν μοναχός και είχα σχεδόν την ηλικία σου πληροφορήθηκα ότι σε ένα κελί ζούσε ένας παράξενος γέροντας. Όποιος υποτακτικός πήγαινε να τον υπηρετήσει δεν άντεχε την γκρίνια του και την ιδιοτροπία του και μέσα σε 2-3 μέρες τον εγκατέλειπε και έφευγε. Αυτό συνέβαινε για πολύ καιρό. Στο τέλος δεν εδέχετο κανείς να πάει να τον υπηρετήσει. Τότε αποφάσισα να πάω εγώ. Έκανα την πρόθεση μου γνωστή στους άλλους μοναχούς και εκείνοι προσπάθησαν να με εμποδίσουν. Μην τολμήσεις, μου είπαν, γιατί θα αποτύχεις και θα απογοητευτείς και είσαι πολύ νέος και δεν κάνει να αρχίσεις την μοναχική σου ζωή με μια τόση κακή εμπειρία. Εδώ προσπάθησαν τόσοι και τόσοι μοναχοί με υπομονή πρωτόγνωρη και καλοσύνη πρωτοφανή και απέτυχαν και θα κατορθώσεις εσύ να συνεργαστείς με τον γεροπαράξενο;

Μη προσπαθείς. Άδικα θα υποβληθείς σε μια ταλαιπωρία που δεν θα διαφέρει σε τίποτα από τις δικές μας αφού το αποτέλεσμα της θα είναι αρνητικό. Μάταια, όμως προσπάθησαν να με πείσουν. Εγώ, τους είπα, θα πάω και ας αποτύχω.Πράγματι! Χωρίς να χάσω καιρό ξεκίνησα για το κελλί, που έμενε ο Γέροντας. Χτύπησα την πόρτα και μου είπε να περάσω. Τον καλημέρισα και συγχρόνως υποκλίνομαι. Την ευχή σας γέροντα. - Τι θέλεις εσύ εδώ;- Να, έμαθα, ότι είσαι μόνος σου και ανήμπορος και ήλθα να σε υπηρετήσω..- Να πας από εκεί που ήρθες! Φύγε γρήγορα.- Λέγοντας αυτά μου έδειξε το παράθυρο. Να φύγω δηλαδή από το παράθυρο και όχι από την πόρτα. Και εγώ όπως πάντα έκανα άκρα υπακοή! Βγήκα από το παράθυρο! Αυτό θα πει υπακοή!Γεγονός πάντως είναι, ότι ο παππούλης επέμενε πολύ στο θέμα της υπακοής. Και την θεωρούσε καθήκον και υποχρέωση συνάμα κάθε πνευματικού παιδιού.Ο ίδιος θέλοντας να δείξει το μέγεθος της σημασίας που είχε για εκείνον η υπακοή αναφέρει στην Επιστολή-Διαθήκη του, που άφησε σε όλους εμάς, τα εξής:«…έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα ά κ ρ α υ π α κ ο ή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα και πάρα πολύ καλά».

Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος
Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός
Επτάλοφος 1996