Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΡΙΕΣ (οκτ. 2009)

Ενα παιδί γράφει από τη ΓάζαΖαλίζομαι και μου είναι δύσκολο να περπατήσω. Είμαι γεμάτος πληγές και πονάω σε ολόκληρο το σώμα μου... Τη στιγμή που οι βόμβες έπεσαν στην παιδική χαρά, μπόρεσα μόνο να ακούσω τις κραυγές των φίλων μου. Τώρα βλέπω τα σώματα τους στο έδαφος ακριβώς μπροστά στα μάτια μου. Ξεσκισμένα και άψυχα σώματα. Τους φωνάζω αλλά δεν απαντούν... Τους αγγίζω αλλά δεν κινούνται... Τους ταρακουνώ αλλά δε σαλεύουν... Φοβάμαι! Τρέχω στους δρόμους ψάχνοντας την αδελφή μου. Τη βρίσκω ανάμεσα στα χαλάσματα. Το όμορφο πρόσωπό της με τρομοκρατεί. Είναι χαραγμένο, ματωμένο και θαμμένο σχεδόν στη σκόνη. Πού είναι το χέρι της; Εκείνο που κρατούσε το δικό μου; Γιατί τα μάτια της με κοιτάνε παγωμένα αλλά τα βλέφαρά της μένουν ακίνητα; Γιατί δε φωνάζει το όνομά μου; Γιατί δε μου μιλάει; Γιατί δε χαμογελά; Γιατί δεν αναπνέει;;; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Το μόνο που θέλω είναι να πάω σπίτι. Στο σπίτι! Στη μαμά μου! Που είσαι μαμά; Γιατί δεν είσαι εδώ μαζί μου; Πονάω! Τα χέρια μου, τα πόδια μου... Το πρόσωπό μου είναι γεμάτο αίματα. Τα ρούχα μου σκισμένα και βρώμικα. Κρυώνω... Δεν ξέρω τι να κάνω. Είμαι ολομόναχος. Φοβισμένος και πεινασμένος. Δεν μπορώ να παίζω πια. Το σχολείο μου χάθηκε. Η παιδική χαρά είναι ένα μάτσο ερείπια. Δεν υπάρχει πια η αδελφή μου να με φροντίσει αν πέσω. Οι φίλοι μου έχουν κι αυτοί χαθεί. ΔΕ ΘΕΛΩ να παίξω τώρα πια. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Είμαι απλά ένα μικρό αγοράκι. Απλά ένα παιδί. Τρέχω προς το σπίτι. Πολλοί άνθρωποι βρίσκονται εκεί αλλά όλοι τους με κοιτούν με δάκρυα στα μάτια. Γιατί δε γελάνε; Νόμιζα ότι το σπίτι μου βρισκόταν ακριβώς εδώ... Που πήγε...; Μήπως έπαθε ό, τι και το σχολείο μου; Χάθηκε! Το κρεβάτι μου καταστράφηκε και τώρα πια δεν έχω ούτε ένα μαξιλάρι. Δεν έχω κουβέρτα. Δεν μπορώ να βρω το μοναδικό παιχνίδι που είχα... Τα χρωματιστά μολύβια δεν είναι εδώ. Δεν μπορώ να ζωγραφίσω πια! Πονάω. Κρυώνω και πεινάω. Πονάνε τα πόδια και τα χέρια μου.
Το πρόσωπό μου είναι πληγιασμένο. Που είσαι μαμά; Οι άνθρωποι εδώ μου λένε ότι χάθηκε. Οι βόμβες, λένε, την πήραν μακριά μου. Ήρθαν, μου είπαν, από τον ουρανό. Εγώ νόμιζα πως μόνο ο Θεός ζει εκεί... Αυτός τις έστειλε για να κλέψουν τη μαμά μου; Γιατί; Νόμιζα πως ο Θεός αγαπάει και μένα. Γιατί να μου την πάρει; Ποιος θα με κρατήσει τώρα αγκαλιά; Ποιος θα ξεπλύνει το πρόσωπό μου; Ποιος θα με ταΐσει; Ποιος θα με αγαπάει; Μαμά!!! Μαμά!!! Που είσαι; Σε φωνάζω κλαίγοντας! Φοβάμαι! Σε χρειάζομαι! Σε θέλω! Πονάω! Την ακούω μα δεν μπορώ να την βρω. Μπορεί να την έκλεψαν οι βόμβες αλλά η φωνή της είναι ακόμη εδώ... Μακάρι να με έπαιρναν κι εμένα. Θέλω να είμαι μαζί της. Είναι η μοναδική μαμά που έχω. Με αγαπάει και την αγαπάω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Είμαι ένα μικρό αγόρι. Χωρίς σχολείο και βιβλία. Χωρίς παιδική χαρά. Τα βλέφαρα της αδελφής μου έμειναν ασάλευτα γιατί κάποιος της έκλεψε το βλέμμα. Είμαι απλά ένα παιδί από τη Γάζα... Το σπίτι μου χάθηκε όπως και η μαμά μου. Οι άνθρωποι γύρω μου, με κοιτάνε και κλαίνε. Κοιτάζω τον ουρανό, κλαίγοντας. Ρωτάω το Θεό: ΓΙΑΤΙ; Δώσε μου πίσω τη μαμά μου! Κανείς δε μου απαντάει. Είμαι ολομόναχος. Πονάω και κρυώνω. Πεινάω! Είμαι απλά ένα παιδί από τη Γάζα... Θέλω πίσω τη μαμά μου και εκείνο το μοναδικό παιχνίδι...