


Το 1945, ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά στα δάση της Ιεράς Μονής των Ιβήρων. Ο άνεμος έπνεε δυνατός και η φωτιά μέσα σε λίγες ώρες έφθασε στην κορυφογραμμή που συνορεύουν τα μοναστήρια Ιβήρων, Φιλοθέου και Ξηροποτάμου με το δικό μας δάσος. Όλοι πιστεύανε ότι τα δάση θα καταστραφούν. Οι αδελφοί του μοναστηριού μας ειδοποιήθηκαν έγκαιρα και τρέξανε στον τόπο της πυρκαγιάς. Τότε οι αδελφοί ιερομόναχοι Νεόφυτος και Παντελεήμων, κινούμενοι από τη μεγάλη ευλάβεια που είχαν στο λείψανο της Αγίας Μαρίας, το πήρανε μαζί τους. Κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει στην πυρκαγιά, γιατί ήταν φόβος να περικυκλωθεί από τη μανιασμένη φωτιά. Παρ' όλα αυτά, ω των θαυμάτων Σου Χριστέ Βασιλεύ! Μόλις πλησιάσανε οι αδελφοί με τα άγια λείψανα μπροστά από τη φωτιά, αμέσως η φωτιά έκοψε το δρόμο και μέχρις ότου οι ιερείς τελειώσουν τον Αγιασμό και τον Παρακλητικό Κανόνα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η πυρκαγιά είχε τελείως σβήσει, σε μεγάλη έκπληξη των πατέρων που είχαν συγκεντρωθή εκεί.Πηγή: Χαρ. Βασιλόπουλου, Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ, έκδοσις «Ορθόδοξος Τύπος», Αθήνα 1999, σσ. 42-45.
Η προσευχή, η νηστεία, οι εκούσιες στερήσις, ρίχνουν τον άνθρωπο σ' έναν ορίζοντα που βρίσκεται ακόµη µπροστά µας, περιµένουµε να έλθει, του νεκρώνουν το ατοµικό θέληµα και έτσι µπορεί να προκόψει αληθινά προχωρώντας σε τόπο ολόφωτο, σε δίχως όρια απλοχωριά. Το σεµνό χαµόγελο, το αγέρωχο και ειρηνικό βλέµµα, η απορροφηµένη από το Πνεύµα του Θεού όψη, όλα γίνονται δείκτες µιας άλλης βιοτής, µήνυµα και µαρτυρία, εικόνα της µελλοντικής κατάστασης αυτού που πίστεψε και βαπτίστηκε σε τίποτε λιγότερο από τη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η ακατάσκευη και απλή ζωή του ευαγγελίου είναι η ζωή του Χριστιανού· Ο µοναχός, είναι η εικαστικότερη και καλλιτεχνικότερη έκφρασή της.
Το κοινό όραµα της βασιλείας του Θεού φανερώνει την οικουµενικότητα του Χριστιανισµού και της Ορθοδοξίας. Αλλόφυλλοι και αλλόγλωσσοι δεν είναι απειλή, αλλά εν Χριστώ αδελφοί, προσδοκούν την κοινή ανάσταση, αγωνίζονται σιωπηρά για τον ίδιο σκοπό. Ο τρόπος της ζωής του µοναχού γίνεται αισθητός ως µια θαυµαστή ανάκραση χαράς και λύπης. Ζήση φορτωµένη µε σταυρούς που βλέπει πέρα από το φθαρτό της ιστορίας, στην αθανασία της βασιλείας, στο ανέσπερο φως της αναστάσεως. Σ' αυτό το πλαίσιο ο πόνος και τα δάκρυα δεν είναι φορείς ψυχολογικής λύπης ή κακοµοιριάς, αλλά πνοή αρχοντιάς. Ο άνθρωπος, βιώνοντας καθηµερινά τη θεία λειτουργία, σε χρόνο αχνοφέγγοντος ηλίου, µαθαίνει να ζει µε απεριόριστες προοπτικές, µε το όραµα της εκκλησιοποίησης ολάκερου του κόσµου
Ο µοναχός ως επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, επιλέγει τη σιγή από τη φλυαρία. Γνωρίζει από την αψευδή µαρτυρία των προγενεστέρων του ότι η σιωπή είναι η γλώσσα του µέλλοντος. Γνωρίζει, επίσης, ότι η ταπείνωση - δώρο και τούτο της χάρης του Θεού - είναι το ένδυµα της θεότητας. Τα µάτια της ψυχής του µοναχού έχουν στηλωθεί στο όραµα της βασιλείας του Θεού. Οι σχέσεις του µε το φυσικό κόσµο, τους ανθρώπους, δεν είναι δουλικές αλλά µεταποιηµένες από την άκτιστη χάρη του Θεού.







Αυτό παραμένει και για εμάς το μεγάλο όραμα και εφετόν: Ο Χριστός ζητεί θεογνωσία, εσωτερική ζωή, ζητεί να ενωθούμε μαζί του, να τον αγαπήσουμε, να αποκτήσουμε προσωπική βιωματική γνωριμία μαζί του και να ταυτισθούμε μ΄ Αυτόν! Αυτός μας σώζει, μας ειρηνεύει, μας δίδει την χαρά και την ειρήνη. Ας ζητούμε έντονα και επίμονα να καταρδεύσει στις ψυχές μας το ύδωρ το ζων. «Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε ο Θεός» (Ψαλμ. 41,1).

