Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ 27-5-1998

Απόκρισις περί αναξίων αρχόντων
Πηγή: Περιοδικό «Αγιορείτικη Μαρτυρία» τεύχος 7. Μάρτιος – Μάιος 1990. Σελ. 98-99.
Ερώτησις: Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι οι εξουσίες τού κόσμου έχουν ταχθή από τον Θεό. Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι κάθε άρχοντας η βασιλεύς ή Επίσκοπος προχειρίζεται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό;
Απόκρισις: Ο Θεός λέει στον Νόμο: «Θα σας δώσω άρχοντας σύμφωνα με τις καρδιές σας». Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μεν άρχοντες και οι βασιλείς που είναι άξιοι αυτής της τιμής προχειρίζονται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό.
Οι άλλοι πάλι που είναι ανάξιοι
προχειρίζονται κατά παραχώρησιν η και βούλησιν τού Θεού σε ανάξιο λαό εξ αιτίας αυτής ακριβώς της αναξιότητός των. Και άκουσε σχετικά μερικές διηγήσεις.Όταν είχε γίνει βασιλεύς ο Φωκάς ο τύραννος και άρχισε εκείνες τις αιματοχυσίες με τον Βονόσο5 τον δήμιο, υπήρχε κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολι, άγιος άνθρωπος, που έχοντας πολλή παρρησία προς τον Θεό, σαν να δικαζόταν με τον Θεό και έλεγε με απλότητα: «Κύριε, γιατί έκανες τέτοιον βασιλέα;» Και τότε, αφού το έλεγε αυτό για αρκετές ημέρες, τού ήλθε φωνή εκ Θεού που έλεγε: «Διότι δεν βρήκα άλλον χειρότερο».
Υπήρχε και κάποια άλλη πόλις στην περιοχή της Θηβαΐδος που ήταν γεμάτη παρανομία, της οποίας οι πολίτες διέπρατταν πολλά μιαρά και άτοπα πράγματα. Σ' αυτήν λοιπόν κάποιος άνθρωπος του ιπποδρόμου διεφθαρμένος στο έπακρον απόκτησε ξαφνικά κάποια ψευδοκατάνυξι και πήγε και κουρεύτηκε μοναχός και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Αλλ’ όμως καθόλου δεν σταμάτησε τις πονηρές πράξεις του. Συνέβη λοιπόν να πεθάνη ο Επίσκοπος της πόλεως αυτής. Τότε παρουσιάσθηκε σε κάποιον άγιο άνθρωπο άγγελος Κυρίου και του λέει: «Πήγαινε και προετοίμασε την πόλι, για να χειροτονήσουν Επίσκοπο τον πρώην άνθρωπο τού Ιπποδρόμου». Πήγε λοιπόν αυτός και έκανε ό,τι του παρηγγέλθη. Αφού λοιπόν χειροτονήθηκε ο προαναφερθείς πρώην η μάλλον έτι φαυλόβιος, άρχισε με τον νου του να φαντάζεται ότι κάτι είναι και να υψηλοφρονή. Τότε τού παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και τού λέει: «Γιατί υψηλοφρονείς, άθλιε; Σου λέω αλήθεια ότι δεν έγινες Επίσκοπος, επειδή ήσουν άξιος για ιερωσύνη, αλλά γιατί αυτής της πόλεως τέτοιος Επίσκοπος της άξιζε».
Γι’ αυτό λοιπόν, αν ποτέ δης κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλέα η άρχοντα η Επίσκοπο, μην απορήσης, μήτε να κατηγορήσης την πρόνοια τού Θεού. Αλλά μάλλον μάθε απ’ αυτό και πίστευε ότι παραδιδόμεθα σε τέτοιους τυράννους εξ αιτίας των ανομιών μας, κι όμως πάλι δεν αφήνουμε τα κακά μας έργα.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ 27-5-1998

Νουθεσίες
του πατρός Σεραφείμ της Βιρίτσα
«Ο Κύριος έχει δύναμη να αναδείξει τους εργάτες αν εμείς θα Τον παρακαλάμε. Ας προσευχόμαστε και ας Τον ικετεύουμε και τότε από τις πέτρες θα αναδείξει ο Κύριος τους εκλεκτούς του».
· «Τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας πρέπει ν’ ανάψουμε κερί γι’ αυτούς που προσβάλαμε, που απατήσαμε, που κλέψαμε κάτι, που χρωστούσαμε και δεν ξεχρεώσαμε».
· Όταν κάποιοι παραπονιούνταν στον Γέροντα ότι τους συκοφαντούν, εκείνος έλεγε· «Ας λένε οι άλλοι για μας άσχημα λόγια. Εμείς να προσπαθούμε να τα κάνουμε όλα καλά».
· Ο Γέροντας έλεγε, ότι θα έλθει καιρός που κοντά σε κάθε πιστό θα είναι σαράντα άπιστοι και θα τον ικετεύουν να τους σώσει.
· «Ο Κύριος μπορεί και χίλια χρόνια να περιμένει για να σωθεί έστω και ένας άνθρωπος για να αναπληρωθεί ο αριθμός των αγγέλων που έπεσαν».
· «Και στους πιο δύσκολους καιρούς θα μπορέσει εύκολα να σωθεί αυτός που θα ασχοληθεί με επιμέλεια με την προσευχή του Ιησού, ανεβαίνοντας με την συχνή επίκληση του ονόματος του Υιού του Θεού στην αδιάλειπτη προσευχή».
· Ο Γέροντας πολλές φορές έλεγε ότι πρέπει οπωσδήποτε ο χριστιανός να προσεύχεται για τους εχθρούς του. και πιο συγκεκριμένα έλεγε τα εξής· «Οπωσδήποτε να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Αν δεν προσευχόμαστε είναι σαν να ρίχνουμε πετρέλαιο στη φωτιά και η φλόγα γίνεται όλο και πιο μεγάλη… Πάντα να ευχαριστείς για όλα, ακόμα και για τις θλίψεις τον Κύριο και την Παναγία»…
· «Θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί αλλά τα χρήματα και α αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό. Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών. Από την μια θα χρυσώνουν τους τρούλους και θα βάζουν επάνω τους τους σταυρούς και από την άλλη παντού θα βασιλεύει κακία και ψεύδος. Η αληθινή Εκκλησία πάντα θα διώκεται. Αυτοί που θέλουν να σωθούν θα σώζονται με τις ασθένειες και τις θλίψεις. Ο τρόπος που θα γίνονται οι διωγμοί θα είναι πολύ πονηρός και θα είναι πολύ δύσκολο κανείς να προβλέψει τους διωγμούς. Φοβερός θα είναι αυτός ο καιρός, λυπάμαι αυτούς που θα ζούνε τότε».
· Ο Γέροντας αγαπούσε πάρα πολύ την νεολαία. Τότε οι νέοι δεν πήγαιναν σχεδόν καθόλου στην εκκλησία και ο Γέροντας χαιρόταν πάρα πολύ, όταν αυτοί τον επισκέπτονταν. Ο πατήρ Σεραφείμ έλεγε ότι θα είναι πολύ μεγάλος ο ρόλος της νεολαίας στην μελλοντική αναβίωση της εκκλησιαστικής ζωής. Έλεγε επίσης ότι θα έλθει η εποχή που η διαφθορά και η ακολασία μεταξύ των νέων θα φτάσει σε έσχατο σημείο. Παρθένοι νέοι σχεδόν δεν θα υπάρχουν. Θα βλέπουν την ατιμωρησία τους και θα νομίζουν ότι όλα τους είναι επιτρεπτά για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους… Θα τους καλέσει, όμως, ο Θεός και θα καταλάβουν ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν μια τέτοια ζωή και με διάφορους τρόπους θα οδηγηθούν στον Θεό. Σε πολλούς θα υπάρχει τάση προς την ασκητική ζωή. Αυτοί που παλιά ήταν αμαρτωλοί και οινοπότες θα γεμίσουν τις εκκλησίες και θα αισθανθούν μεγάλη δίψα για την πνευματική ζωή. Πολλοί θα γίνουν μοναχοί. Θ’ ανοίξουν τα μοναστήρια και οι εκκλησίες θα είναι γεμάτες πιστούς. Θα πάνε οι νέοι προσκύνημα στους αγίου τόπους. Ωραία θα είναι εκείνη η εποχή. Το ό,τι σήμερα αμαρτάνουν πολύ, θα τους οδηγήσει σε βαθειά μετάνοια. Όπως το κερί που πριν σβήσει λάμπει δυνατά και πετάει σπινθήρες και με το φως του φωτίζει το γύρω σκοτάδι, έτσι θα είναι και η ζωή της Εκκλησίας στην έσχατη εποχή. Και ο καιρός αυτός είναι κοντά…
· Μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου ο Γέροντας σ’ ένα από τα πνευματικά του παιδιά έλεγε· «Θα έλθει καιρός όταν από το ναό της Παναγίας του Καζάν στην Πετρούπολη και μέχρι την Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου θα γίνει λιτανεία. Εσύ θα την δεις». Εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο να το πιστέψει κανείς και σήμερα αυτό έγινε πραγματικότητα. Οι ορθόδοξοι της Ρωσίας θυμούνται την περιφορά των τιμίων λειψάνων του αγίου Σεραφείμ του Σάροφ στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης από το ναό της Παναγίας του Καζάν στην Λαύρα του αγίου Αλεξάνδρου Νιέβκι…
http://www.oodegr.com/

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ 27-5-1998

Ας μη σε πλενέσει όμως ο λογισμός, αδελφέ, λέγοντας σου: "Να που οι Πατέρες λένε «Πιπτ' έγειραι». Δηλαδή όσες φορές πέσεις, σήκω και σώζεσαι".
Λοιπόν αυτή είναι η μετάνοια, το να πέφτει κάποιος και πάλι να σηκώνεται, και το να σηκώνεται και πάλι να πέφτει; Πλενεμένη, αδελφέ και κακή εξήγηση είναι αυτή, όπου κάνεις εσύ σε αυτό το ρητό. Διότι οι Πατέρες το είπαν αυτό, για να βγάλουν από τους ανθρώπους τον φόβο της απόγνωσης και όχι για να τους κάνουν να αμαρτάνουν με την ελπίδα της εξομολόγησης και μετάνοιας. Μακριά από μάς! Γι' αυτό λέγει ο Άγιος Ισαάκ.
«Την ανδρίαν ην οι Πατέρες εν ταις θείαις Γραφές αυτών τεθείκασι... περί της μετανοίας, ου χρή ημάς εκλαμβάνειν προς βοήθειαν του αμαρτάνειν... Ίνα γαρ ελπίδα μετανοίας σχώμεν, εμηχανήσαντο υποκλέπτειν εκ της αισθήσεως τον φόβον της απογνώσεως». (Λογ. Ο΄ Σελ. 405).
Έπειτα οι Πατέρες είπαν «Πίπτ' έγειραι». Πέσε και σήκω, και όχι σήκω και πέσε, καθώς αντιστρόφως το ερμηνεύεις εσύ. Γιατί πολύ διαφέρει το ένα από το άλλο. ώστε το να πέφτει κάποιος και να σηκώνεται, και έπειτα, αφού σηκωθεί, πάλι να
πέφτει, αυτή ούτε είναι ούτε ονομάζεται μετάνοια, καθώς την ονομάζεις εσύ, αλλά είναι και ονομάζεται από τον Απόστολο Πέτρο, "σκύλος όπου γυρίζει στον εμετό του, και γουρούνι που κυλιέται πάλι στην προηγούμενη λάσπη του". «Κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα, και υς λουσάμενη εις κύλισμα βορβόρου» (Β΄ Πέτρ. 2/β: 22).
Το αληθινό όμως νόημα του «Πίπτ' έγειραι» είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει με όλες του τις δυνάμεις να απέχει από την αμαρτία και να φυλάγεται να μην πέσει. Εάν όμως από ασθένεια ανθρώπινη, τύχει και πέσει και όχι με τέλεια προαίρεσή του, πρέπει να μην απελπίζεται, αλλά να σηκώνεται αμέσως και να εξομολογείται και να μετανοεί χωρίς να χάσει καιρό. Επειδή κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: «Αγγέλων εστί το μη πίπτειν, ίσως ουδέ δυναμένων... ανθρώπων δε το πίπτειν, και θάττον ανίστασθαι οσάκις αν τούτο συμβαίνη» (Λογ. 4/δ΄ περί Υπακοής).
Tο "πίπτ' έγειραι" πώς εξηγείται
Από το Εξομολογητάριον του Οσίου Πατρός ημών:
Νικοδήμου του Αγιορείτου

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Ι.Μ. Σταυρονικήτα- 27 Μαίου 1998

Γνωρίζετε βέβαια αγαπητοί μου αδελφοί, ότι από τότε πού έγινε η παράβασις των πρωτοπλάστων, δεν μπορεί η ψυχή να γνωρίση, όπως πρέπει, τον Θεό, εάν δεν περιοριστή μακριά από τους ανθρώπους και από κάθε περισπασμό. Διότι τότε θα δοκιμάση τον πόλεμο των εχθρών της. Και αφού νικήση σε κάθε προσβολή των αντιπάλων, τότε το πνεύμα του Θεού θα κατοικήση μέσα της και όλος ο κόπος της θα μεταβληθή σε χαρά και αγαλλίασι. Βέβαια στον καιρό του πολέμου θα υπομείνη θλίψεις, στενοχώριες και άλλα πολυποίκιλα βάσανα. Αλλά ας μη φοβηθή. Δεν θά νικηθή, εφ’ όσον αγωνίζεται στην ησυχία.Αυτός ήταν ο λόγος πού οι άγιοι πατέρες ζούσαν απομονωμένοι στην έρημο, όπως ο Ηλίας ο θεσβίτης, ο Ιωάννης ο βαπτιστής και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες.Μη νομίσετε ότι οι άγιοι κατόρθωσαν να εξαγιασθούν ζώντας μεταξύ των ανθρώπων. Επέτυχαν να κατοικήση μέσα τους η θεϊκή δύναμις, αφού προηγουμένως ασκήθηκαν πολύ στην ησυχία. Και τότε, στολισμένους με τις αρετές, τους έστελνε ο Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους οικοδομήσουν και να τους θεραπεύσουν.Σαν ιατροί πού ήσαν, μπορούσαν να θεραπεύσουν τις ασθένειες των ανθρώπων. Για την ανάγκη αυτή ο Θεός τους αποσπούσε από την ησυχία και τους έστελνε στον κόσμο. Τότε όμως τους έστελνε, αφού θεράπευαν όλα τα δικά τους πάθη.
Είναι αδύνατο να στείλη ο Θεός για την πνευματική ωφέλεια των ανθρώπων μια ψυχή πού είναι ακόμη ασθενής.
Όσοι λοιπόν πηγαίνουν στον κόσμο πριν ολοκληρωθούν, πηγαίνουν με το θέλημα το δικό τους και όχι με το θέλημα του Θεού. Ο Θεός μάλιστα λέει γι' αυτούς: «Εγώ μεν ουκ απέστελον αυτούς, αυτοί δέ αφ' εαυτών έτρεχον» (πρβλ. Ιερεμ. κα' 23).
Γι' αυτό δεν μπορούν ούτε τον εαυτό τους να προφυλάξουν ούτε άλλη ψυχή να οικοδομήσουν.
Όσοι όμως στέλνονται από τον Θεό, δεν θέλουν βέβαια να χωρισθούν από την ησυχία, αφού γνωρίζουν ότι μ' αυτήν απέκτησαν τις θεϊκές δυνάμεις. Αναλαμβάνουν όμως την οικοδομή των ανθρώπων, για να μη παρακούσουν στον Δημιουργό.
Σας φανέρωσα τους καρπούς της ησυχίας, τους οποίους αποδέχεται ο Θεός. Τώρα λοιπόν πού μάθατε την βοήθεια και την άξια της, προσπαθήστε να την οικειοποιηθήτε.
Οι περισσότεροι μοναχοί δεν την απέκτησαν.
Έζησαν μέσα στον κόσμο και γι' αυτό δεν μπόρεσαν να νικήσουν τις τις επιθυμίες τους. Δεν θέλησαν να κοπιάσουν και ν' αποφύγουν την κοσμική σύγχυσι, αλλά παρέμειναν μεταξύ των ανθρώπων δημιουργώντας περισπασμούς. Για τον λόγο αυτό δεν δοκίμασαν την γλυκύτητα του Θεού ούτε αξιώθηκαν να κατοικήση μέσα τους η θεϊκή δύναμις και να τους χαρίση την μακαριά απόλαυσι. Δεν κατοικεί μέσα τους η θεϊκή δύναμις, γιατί καταγίνονται με κοσμικές υποθέσεις και απασχολούνται με τα πάθη της ψυχής, με τους κοσμικούς επαίνους και τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου.
Ο Θεός μας γνώρισε τα μέλλοντα από τώρα.
Παίρνετε δύναμι λοιπόν στους αγώνες σας. Διότι όσοι αποφεύγουν την ησυχία, δεν μπορούν να κυριαρχήσουν στις επιθυμίες τους ούτε να νικήσουν σε πνευματικές μάχες. Δεν έχουν μέσα τους την θεϊκή δύναμι, διότι αυτή δεν κατοικεί σε ψυχές υποδουλωμένες στα πάθη. Εσείς όμως αγωνισθήτε να νικήσετε τα πάθη και η χάρις του Θεού θα έλθη μόνη της μέσα σας.
ΠΕΡΙ ΗΣΥΧΙΑΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΑΒΒΑ ΑΜΜΩΝΑ

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

I.M.ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡΟΣ Μάιος 1998

Ανέβηκε κάποτε στο Σινά ένας μοναχός από μακρινή σκήτη και φιλοξενήθηκε στο ησυχαστήριο του Αββά Σιλουανού. Βλέποντας τους υποτακτικούς του να εργάζονται εντατικά, είπε στον Γέροντα κάπως υπεροπτικά:
-Μη εργάζεσθε την απολλυμένην βρώσιν. «Μαρία γαρ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο». (Λουκ. ι', 42) -
Ο Αββάς Σιλουανός δεν του έδωσε απόκριση. Πρόσταξε τον μαθητή του Ζαχαρία να οδηγήσει τον ξένο σ' ένα αδειανό κελλί και να του δώσει ένα βιβλίο να διαβάσει.
Διάβασε αρκετά, κλεισμένος στο κελλί ο μοναχός, ώσπου κουράστηκε. Άρχισε να βαριέται και να πεινά.
Όταν έφτασε η ενάτη,έβλεπε με λαχτάρα την πόρτα, μήπως φανεί κανένας να τον προσκαλέσει για φαγητό. Μα, σαν είδε πως δεν ερχόταν, αποφάσισε να πάει μόνος να εξετάσει. Βρήκε τον Γέροντα στον κήπο να ποτίζει.
-Δεν έφαγαν σήμερα οι αδελφοί, Αββά; τον ρώτησε, αφήνοντας κατά μέρος την ντροπή, αφού τον βασάνιζε η πείνα. -Βεβαίως έφαγαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας. -Και πώς έγινε να λησμονήσετε να φωνάξετε κι εμένα; -Μα εσύ, τέκνον μου, είπε με απλότητα ο Αββάς Σιλουανός, είσαι άνθρωπος πνευματικός και δεν έχεις ανάγκη από υλική τροφή. Εμείς που έχουμε σάρκα, χρειαζόμαστε τροφή και γι' αυτό το λόγο αναγκαζόμαστε ν' ασχολούμεθα και με υλική εργασία. Εσύ που έχεις διαλέξει την «αγαθή μερίδα», διάβαζες όλη μέρα και, χωρίς άλλο, είσαι τώρα χορτασμένος.
Ο μοναχός κατάλαβε το σφάλμα του και ζήτησε συγχώρηση από το Γέροντα. -Μάθε, τέκνον μου, του είπε ο σοφός Αββάς, πως κι η Μαρία είχε ανάγκη από τη Μάρθα και δια μέσου εκείνης εγκωμιάστηκε αυτή.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

ΚΑΡΥΕΣ - Μάιος 1997

Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτόν εν τοις ύψίστοις· σοι πρέπει ύμνος τω Θεώ. Αινείτε αυτόν, πάντες οι άγγελοι αυτού· αινείτε αυτόν πάσαι αι δυνάμεις αυτού· σοι πρέπει ύμνος τω Θεώ.
Αινείτε αυτόν, ήλιος και σελήνη· αινείτε αυτόν, πάντα τα άστρα και το φως.
Αινείτε αυτόν, οι ουρανοί των ουρανών, και τω ύδωρ το υπεράνω των ουρανών· αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου.
Ότι αυτός είπε, και εγεννήθησαν αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν.

Έστησεν αυτά εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο, και ου παρελεύσεται.
Αινείτε τον Κύριον εκ της γης, δράκοντες και πάσαι άβυσσοι.
Πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεύμα καταιγίδος, τα ποιούντα τον λόγον αυτού.
Τα όρη και πάντες οι βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι.
Τα θηρία και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά.
Βασιλείς της γης και πάντες λαοί, άρχοντες και πάντες κριταί γης.
Νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων, αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου, ότι υψώθη το όνομα αυτού

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

ΚΑΡΥΕΣ - Πρωτάτο- Μάιος 1997

Ένας πολύ ταπεινός σε κάποιο Κοινόβιο, ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου, «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», όταν έσφαλλε κανένας από τους Μοναχούς, έπαιρνε αυτός την ευθύνη, κατηγορούσε τον εαυτό του και δεχόταν

ευχαρίστως τις τιμωρίες που του επέβαλλαν.Μερικοί Καλόγεροι όμως που δεν έβλεπαν την αρετή του αδελφού, αλλά κάποια αδεξιότητα που είχε στο εργόχειρο – ήταν λίγο αργός- , τον κατηγορούσαν συχνά και έλεγαν μεταξύ τους: -Κοίταξε κει πόσα σφάλματα κάνει διαρκώς
και για τίποτα δεν είναι ικανός.

Ο Ηγούμενος όμως, που ήξερε καλά πόσο ενάρετος ήταν ο αδελφός, έλεγε σ’ εκείνους που τον κατηγορούσαν:
-Προτιμώ ένα δικό του ψαθί, πλεγμένο με ταπεινοσύνη, από όσα φτιάχνετε εσείς με υπερηφάνεια.
Μια μέρα, που έπιασε πάλι ο Ηγούμενος τους καλογήρους να κατακρίνουν τον αδελφό για την αδεξιότητά του, πήρε από τα χέρια τους τα καλάθια που έπλεκαν και τα πέταξε στη φωτιά, που ήταν αναμμένη στη μέση της αυλής. Πέταξε μαζί και το καλάθι του ταπεινού αδελφού. Όλων των άλλων έγιναν σε λίγο στάχτη, το δικό του βγήκε ακέραιο από τη φωτιά.
Βλέποντας αυτό το θαύμα οι φιλοκατήγοροι καλόγεροι, έβαλαν μετάνοια στον αδελφό και του ζήτησαν συγγνώμη. Από τότε τον τιμούσαν σαν πνευματικό Πατέρα.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΠΟ ΙΒΗΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΡΥΕΣ ΜΆΙΟΣ 1997

Ακούγοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίσει από κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την
ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν να τους δείξει την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.
-Τι γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός. Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς: -Κάτω στην πόλη λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο. -Τι άνθρωπος ήταν αυτός, ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήσει έτσι για τον Άγιο. -Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα. Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους. -Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής. Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλη ωφελημένος.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Ι.Μ.ΙΒΗΡΩΝ -ΜΑΙΟΣ 1997

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ενός Μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο Άγιος Επιφάνιος, ο Επίσκοπος Κύπρου, επισκέφθηκε κάποτε τον Άγιο και του είπε με κάποια ικανοποίηση:
- Με την ευχή σου, Δέσποτα, δεν παραμελούμε τον κανόνα της προσευχής που μας έδωσες. Διαβάζομε με προθυμία την πρώτη ώρα, την Τρίτη, την έκτη και την ενάτη.
- Και τις άλλες ώρες τί κάνετε; Ρώτησε με έκπληξη ο Άγιος Ιεράρχης. Δεν ασχολείσθε με την προσευχή;
Τότε δεν είσθε Μοναχοί.
Και βλέποντας την απορία του Ηγουμένου, εξήγησε:
- Εκείνος που ανήκει στην τάξι του Μοναχού έχει καθήκον ν’ ασχολήται διαρκώς με την προσευχή και την ψαλμωδία. Ο προφήτης Δαυίδ, αν και βασιλιάς μαζί και πολεμιστής, το βράδυ προσευχόταν, τα μεσάνυχτα σηκωνόταν από το στρώμα του – το ομολογεί ο ίδιος – για να δοξολογήσει μαζί με τους Αγγέλους το Θεό.
Πριν από τα ξημερώματα τον βρίσκομε ακόμη να δέεται. Μόλις ξημέρωνε, ύψωνε την καρδιά του για να ευχαριστήση τον Πλάστη του. Το πρωί παρακαλούσε και πάλι, το μεσημέρι και το βράδυ έκλινε το γόνυ για να ικετεύση τον Θεόν. Γι’ αυτό μας βεβαιώνει πως επτά φορές την ημέρα αινούσε τον Κύριο.





Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ Μάιος 1997

Ανεξικακία
Ο Αββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του κι διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρι συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο
ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε: -Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελί, και με την καλωσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στο Γέροντά
του. Στην Εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...»(Ματθ.6, 14). -Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρηθούν αι αμαρτίαι σας, φώναζε από τον άμβωνα με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο άγιος Γέροντας.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

I.Μ. ΙΒΗΡΩΝ Μάιος 1997

Για την Υπομονή
από το Γεροντικό για την υπομονή, για να εμπνευστούμε από το φωτεινό παράδειγμα των Θεόπνευστων Πατέρων που αγωνίστηκαν για την κατάκτηση των αρετών.
«Ο Θεός δεν επιτρέπει, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, μεγάλους πειρασμούς στους σημερινούς ανθρώπους,
γιατί είναι ασθενέστεροι από τους παλαιότερους και δεν κάνουν υπομονή.»
Ένας από τους μεγάλους της ερήμου αγωνιστές έβαλε όρο στον εαυτό του σαράντα μέρες να μη πιει νερό. Δεν αρκούσε μόνο αυτό. Όταν στο διάστημα εκείνο έκανε ζέστη αφόρητη κι η δίψα του
φλόγιζε τα σπλάχνα, έπλενε το ποτήρι του, το γέμιζε ως επάνω κρυστάλλινο νερό απ’ την πηγή και τ’ άφηνε απέναντί του. -Γιατί να το κάνεις αυτό; τον ρώτησε κάποιος γείτονάς του ερημίτης. -Για να εξασκηθώ στην υπομονή, απάντησε ο γενναίος αθλητής



Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

ΚΕΛΙ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ)

Ένας πολύ ταπεινός σε κάποιο Κοινόβιο, ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου, «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», όταν έσφαλλε κανένας από τους Μοναχούς, έπαιρνε αυτός την ευθύνη, κατηγορούσε τον εαυτό του και δεχόταν ευχαρίστως τις τιμωρίες που του επέβαλλαν.
Μερικοί Καλόγεροι όμως που δεν έβλεπαν την αρετή του αδελφού, αλλά κάποια αδεξιότητα που είχε στο εργόχειρο – ήταν λίγο αργός - , τον κατηγορούσαν συχνά και έλεγαν μεταξύ τους: -Κοίταξε κει πόσα σφάλματα κάνει διαρκώς και για τίποτα δεν είναι ικανός. Ο Ηγούμενος όμως, που ήξερε καλά πόσο ενάρετος ήταν ο αδελφός, έλεγε σ’ εκείνους που τον κατηγορούσαν:
-Προτιμώ ένα δικό του ψαθί, πλεγμένο με ταπεινοσύνη, από όσα φτιάχνετε εσείς με υπερηφάνεια.
Μια μέρα, που έπιασε πάλι ο Ηγούμενος τους καλογήρους να κατακρίνουν τον αδελφό για την αδεξιότητά του, πήρε από τα χέρια τους τα καλάθια που έπλεκαν και τα πέταξε στη φωτιά, που ήταν αναμμένη στη μέση της αυλής. Πέταξε μαζί και το καλάθι του ταπεινού αδελφού. Όλων των άλλων έγιναν σε λίγο στάχτη, το δικό του βγήκε ακέραιο από τη φωτιά.
Βλέποντας αυτό το θαύμα οι φιλοκατήγοροι καλόγεροι, έβαλαν μετάνοια στον αδελφό και του ζήτησαν συγγνώμη. Από τότε τον τιμούσαν σαν πνευματικό Πατέρα

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997

Ακούγοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίσει από κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος, έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος.
Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν να τους δείξει την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.
-Τι γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας.
Αυτός είναι άνθρωπος μωρός. Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης, είπε στους κληρικούς: - Κάτω στην πόλη λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο άνθρωπο. - Τι άνθρωπος ήταν αυτός, ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήσει έτσι για τον Άγιο. -Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα. Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους. - Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής. Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλη ωφελημένος.
http://www.enoriaka.gr/

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997

Πέρασε κάποτε από το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα να είχε φτάσει. Ο Θεός όμως, που ήθελε να του ταπεινώσει το λογισμό, του φανέρωσε μια νύχτα στ’ όνειρό του πως καλύτερός του ήταν ο μπαλωματής, που είχε ένα μικρομάγαζο σ’ ένα παράμετρο δρόμο της Αλεξάνδρειας.
Μόλις ξημέρωσε, ο Όσιος πήρε το ραβδάκι του και ξεκίνησε για την πόλη. Ήθελε να γνωρίσει από κοντά τον περίφημο μπαλωματή και να δει τις αρετές του. Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το μαγαζάκι του, μπήκε μέσα, κάθισε πλάι του στον πάγκο κι άρχισε να τον ρωτά για τη ζωή του.

Ο απλοϊκός άνθρωπος, που δε του πήγαινε ο νους ποιος μπορούσε να ήταν εκείνος ο γερο-καλόγερος που ήλθε τόσο ξαφνικά να τον εξετάσει, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το παπούτσι που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά- αργά με ηρεμία: -Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή μου κι αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου, πώς όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα σωθούν και μόνο εγώ θα καταδικαστώ για τις πολλές μου αμαρτίες. Κι όταν το βράδυ πάω να πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.
Ο Όσιος σηκώθηκε με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και του είπε με συγκίνηση: -Συ, αδελφέ μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα. Εγώ γέρασα στην έρημο, ίδρωσα και κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπεινοσύνη σου.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ Μάιος 1997


Το παράδειγμα της υπακοής
Ένα από τα πολλά χαρίσματα που κοσμούσαν τον χαρακτήρα του Πατρός Πορφυρίου, ήταν η υπακοή.Κάποια μέρα αντί να μου μιλήσει ευθέως για την αξία της υπακοής που εγώ κάθε άλλο, παρά τα είχα…καλά μαζί της άρχισε να μου λεει τα εξής:

Όταν ακόμη ήμουν μοναχός και είχα σχεδόν την ηλικία σου πληροφορήθηκα ότι σε ένα κελί ζούσε ένας παράξενος γέροντας. Όποιος υποτακτικός πήγαινε να τον υπηρετήσει δεν άντεχε την γκρίνια του και την ιδιοτροπία του και μέσα σε 2-3 μέρες τον εγκατέλειπε και έφευγε. Αυτό συνέβαινε για πολύ καιρό. Στο τέλος δεν εδέχετο κανείς να πάει να τον υπηρετήσει. Τότε αποφάσισα να πάω εγώ. Έκανα την πρόθεση μου γνωστή στους άλλους μοναχούς και εκείνοι προσπάθησαν να με εμποδίσουν. Μην τολμήσεις, μου είπαν, γιατί θα αποτύχεις και θα απογοητευτείς και είσαι πολύ νέος και δεν κάνει να αρχίσεις την μοναχική σου ζωή με μια τόση κακή εμπειρία. Εδώ προσπάθησαν τόσοι και τόσοι μοναχοί με υπομονή πρωτόγνωρη και καλοσύνη πρωτοφανή και απέτυχαν και θα κατορθώσεις εσύ να συνεργαστείς με τον γεροπαράξενο;

Μη προσπαθείς. Άδικα θα υποβληθείς σε μια ταλαιπωρία που δεν θα διαφέρει σε τίποτα από τις δικές μας αφού το αποτέλεσμα της θα είναι αρνητικό. Μάταια, όμως προσπάθησαν να με πείσουν. Εγώ, τους είπα, θα πάω και ας αποτύχω.Πράγματι! Χωρίς να χάσω καιρό ξεκίνησα για το κελλί, που έμενε ο Γέροντας. Χτύπησα την πόρτα και μου είπε να περάσω. Τον καλημέρισα και συγχρόνως υποκλίνομαι. Την ευχή σας γέροντα. - Τι θέλεις εσύ εδώ;- Να, έμαθα, ότι είσαι μόνος σου και ανήμπορος και ήλθα να σε υπηρετήσω..- Να πας από εκεί που ήρθες! Φύγε γρήγορα.- Λέγοντας αυτά μου έδειξε το παράθυρο. Να φύγω δηλαδή από το παράθυρο και όχι από την πόρτα. Και εγώ όπως πάντα έκανα άκρα υπακοή! Βγήκα από το παράθυρο! Αυτό θα πει υπακοή!Γεγονός πάντως είναι, ότι ο παππούλης επέμενε πολύ στο θέμα της υπακοής. Και την θεωρούσε καθήκον και υποχρέωση συνάμα κάθε πνευματικού παιδιού.Ο ίδιος θέλοντας να δείξει το μέγεθος της σημασίας που είχε για εκείνον η υπακοή αναφέρει στην Επιστολή-Διαθήκη του, που άφησε σε όλους εμάς, τα εξής:«…έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα ά κ ρ α υ π α κ ο ή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα και πάρα πολύ καλά».

Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος
Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός
Επτάλοφος 1996

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Ι.Μ.ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ Μάιος 1997

[...] Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά.
Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:


"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".
Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.
Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.


Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.
"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.

Ηλίας Βενέζης
Η Θεοσκέπαστη

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΥ

Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Ο Σ 1 9 9 9


Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας - δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί - και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος. Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία. Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.»
Συμεών ο Νέος ΘεολόγοςΟ Λόγος σαρξ εγένετοΈκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής.Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Βίβλος των Ηθικών Λόγος Α΄.Κεφάλαιο γ': Περί της του Λόγου Σαρκώσεως καί κατά τίνα τρόπον δι’ υμάς εσαρκώθη.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

I.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ Μάιος 1997

Ευλογητός ει, Άγιε, φώτισόν με τοις δικαιώμασί σου.
Κύριε, το έλεός σου εις τον αιώνα· τα έργα των χειρών σου μη παρίδης.
Σοι πρέπει αίνος, σοι πρέπει ύμνος, σοι δόξα πρέπει, τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Και έστω η λαμπρότης Ενεπλήσθημεν το πρωί του ελέους σου, Κύριε, και ηγαλλιασάμεθα, και ευφράνθημεν εν πάσαις ταις ημέραις ημών. Ευφρανθείημεν, ανθ' ων ημερών εταπείνωσας ημάς, ετών, ων είδομεν κακά· και ίδε επί τους δούλους σου και επί τα έργα σου, και οδήγησον τους υιούς αυτώνKυρίου του Θεού ημών εφ' ημάς, και τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον εφ' ημάς, και το έργον των χειρών ημών κατεύθυνον.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Ι.Μ.ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Μάιος 1997

Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον, και, πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού. Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον, και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού. Τον ευιλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου, τον ιώμενον πάσας τας νόσους σου. Τον λυτρούμενον εκ φθοράς την ζωήν σου, τον στεφανούντα σε εν ελέει και οικτιρμοίς. Τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου, ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου. Ποιών ελεημοσύνας ο Κύριος, και κρίμα πάσι τοις αδικουμένοις. Εγνώρισε τας οδούς αυτού τω Μωϋσεί, τοις υιοίς Ισραήλ τα θελήματα αυτού. Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος· ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τόν αιώνα μηνιεί. Ου κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν, ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν
Ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τους φοβούμενους αυτόν. Καθ' όσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών, εμάκρυνεν αφ' ημών τας ανομίας ημών. Καθώς οικτείρει πατήρ υιούς, ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν· ότι αυτός έγνω το πλάσμα ημών, εμνήσθη ότι χους εσμέν. Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει
Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού. Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος, και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν. Και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς. Κύριος εν τω ουρανώ ητοίμασε τον θρόνον αυτού, και η βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει
Ευλογείτε τον Κύριον πάντες οι άγγελοι αυτού, δυνατοί ισχύι ποιούντες τον λόγον αυτού, του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού. Ευλογείτε τον Κύριον πάσαι αι δυνάμεις αυτού, λειτουργοί αυτού, οι ποιούντες το θέλημα αυτού. Ευλογείτε τον Κύριον πάντα τα έργα αυτού, εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού· ευλόγει, η ψυχή μου τον Κύριον.Ψαλμός ρβ' (102).ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ